ΠΟΣΟ ΚΙΤΣ ΔΕΝ ΜΑΓΕΙΡΕΥΕΙ Η ΛΕΝΑ ΤΟΔΟΥΛΟΥ ΦΕΥΓΑ;
ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΙΣ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ;
Στο Κιτς και σ’ έφαγα μια πρώτη ματιά αρκεί για να καταλάβεις ότι κανείς δεν προσπάθησε να ταιριάξει τα πάντα. Χρώματα, αντικείμενα, υλικά και εικόνες συνυπάρχουν με την ελευθερία που έχουν τα πράγματα όταν επιλέγονται επειδή αρέσουν πραγματικά σε κάποιον. Και μετά έρχεται το φαγητό. Εκεί η Λένα γίνεται αυστηρή. Λίγα υλικά, καθαρές γεύσεις, κατσαρόλες που σιγοβράζουν, πίτες που ανοίγονται και ψήνονται μία μία, κρέατα με αναγνωρίσιμη καταγωγή. Η μαγειρική της ακολουθεί τη φιλοσοφία της ηπειρώτικης κουζίνας που γνώρισε στο σπίτι της: τίποτα περιττό, τίποτα που να σκεπάζει την πρώτη ύλη.
Αυτό είναι και το ωραίο παιχνίδι πίσω από το όνομα. Το κιτς μπορεί να βρίσκεται στην αισθητική, στην τόλμη, στο δικαίωμα να βάζεις δίπλα δίπλα όσα θεωρητικά δεν ταιριάζουν. Στο πιάτο, όμως, η Λένα αναζητά τη βαθιά νοστιμιά. Εκείνη που δεν χρειάζεται εξηγήσεις για να τη θυμάσαι.
Καθίσαμε μαζί της, στο εστιατόριο που δημιούργησε με τη Μαρία, για να μιλήσουμε για τα δεκατρία χρόνια του Κιτς και σ’ έφαγα, τη Θεσσαλονίκη που έμαθε σταδιακά να παραγγέλνει κατσίκι, ζυγούρι και γαρδούμπα, την αξία της πίτας και όλα όσα σημαίνει για την ίδια ελληνική παραδοσιακή κουζίνα το 2026.
Πώς γεννήθηκε το Κιτς και σ’ έφαγα;
Για να καταλάβεις το όνομα, χρειάζεται να επιστρέψεις αρκετά χρόνια πίσω. Στην Άρτα, στον πρωταθλητισμό και στα ταξίδια που έκανε η Λένα από πολύ μικρή με την ομάδα χάντμπολ της Αναγέννησης Άρτας.
Για ένα παιδί που μεγάλωνε στην ελληνική περιφέρεια στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Δανία, η Ισλανδία, η Γερμανία και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις που επισκεπτόταν με την ομάδα άνοιγαν έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Έβλεπε χρωματιστά κτίρια, μοντέρνα αρχιτεκτονική, ρούχα που δεν ακολουθούσαν κανόνες και ανθρώπους που κυκλοφορούσαν χωρίς να τους απασχολεί αν όλα επάνω τους ήταν ταιριαστά. Και αυτό της άρεσε.
Αργότερα, όταν βρέθηκε στη Μύκονο για να δουλέψει, συνάντησε την ίδια ελευθερία σε μεγαλύτερη ένταση. Θυμάται το κατάστημα του Λάκη Γαβαλά, τα παράξενα ρούχα, τον κόσμο στα Ματογιάννια και εκείνη την αίσθηση ότι έφτασε σε έναν τόπο όπου το διαφορετικό μπορούσε να υπάρχει χωρίς να απολογείται.
Οι εικόνες έμειναν μέσα της και, όταν ήρθε η στιγμή να δημιουργηθεί το εστιατόριο, το «Κιτς» εμφανίστηκε πρώτο. Το δεύτερο μισό του ονόματος γεννήθηκε μέσα από τις ατελείωτες συζητήσεις της Μαρίας με φίλους και συναδέλφους για το πώς θα μπορούσε να ολοκληρωθεί. Μέχρι που μια φίλη της, κουρασμένη από την αναζήτηση, της είπε αυθόρμητα: «Άντε ρε Μαρία, μας έχεις τρελάνει. Κι εσύ και η σεφ, παράτα μας».
Κάπως έτσι, η «σεφ» έγινε «σ’ έφαγα» και το όνομα ήταν έτοιμο.
Πώς έμαθε η Θεσσαλονίκη την κατσικομακαρονάδα και τη γαρδούμπα;
Σήμερα το κατσίκι, το πρόβατο και το ζυγούρι έχουν σταθερή θέση σε πολλά εστιατόρια της Θεσσαλονίκης. Όταν άνοιξε το Κιτς και σ’ έφαγα, η εικόνα ήταν αρκετά διαφορετική.
Η Λένα είχε μεγαλώσει με αμνοερίφια, πρόβατα, κατσίκια, κοκορέτσι και γαρδούμπες. Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, έβλεπε στα τραπέζια πανσέτα, κοτόπουλο και μοσχαρίσιες κοπές. Έψαχνε το μικρό κοκορέτσι, τη γαρδούμπα, το σπληνάντερο και την προβατίνα που γνώριζε από τον τόπο της και δύσκολα τα έβρισκε.
Όταν άνοιξε το εστιατόριο, αποφάσισε να τα μαγειρέψει η ίδια. Έβαλε κατσικομακαρονάδα με χοντρό μακαρόνι, γαρδουμπάκια με χόρτα, αρνίσιο λαιμό, γίδα κοκκινιστή με χυλοπιτάκι, ακόμη και κεφαλάκια στον φούρνο.
Στην αρχή, οι πελάτες τα κοιτούσαν με επιφύλαξη. Εκείνη επέμενε να τους προτείνει να δοκιμάσουν.
Οι ποσότητες ήταν μικρές και τα συγκεκριμένα πιάτα έμπαιναν κυρίως στα ημέρας. Το κόστος της πρώτης ύλης και η αβεβαιότητα για το αν θα πουληθούν δεν της επέτρεπαν να τα εντάξει αμέσως στον σταθερό κατάλογο. Έφτιαχνε λίγες μερίδες και, αν περίσσευαν, ήταν έτοιμη να τις φάει η ίδια με την ομάδα της.
Χρειάστηκαν χρόνια. Σήμερα, όπως μας λέει, από τον Σεπτέμβριο και μετά δύσκολα προλαβαίνει τη ζήτηση για κατσίκι, πρόβατο και ζυγούρι. Η μεγαλύτερη επιτυχία για την ίδια είναι αυτή η αποδοχή από τη Θεσσαλονίκη και η διαχρονικότητα του εστιατορίου.
Το Κιτς και σ’ έφαγα πέρασε μέσα από τα capital controls, την οικονομική κρίση, την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και τις μεγάλες αυξήσεις στο κόστος λειτουργίας. Γύρω τους έβλεπαν εστιατόρια να κλείνουν και συναδέλφους να δοκιμάζονται. Η Λένα και η Μαρία επέστρεφαν ξανά στις πολλές ώρες δουλειάς, έκαναν περικοπές όπου μπορούσαν και διατήρησαν σταθερό αυτό που θεωρούσαν ουσιαστικό.
«Δεν βάλαμε νερό στο κρασί μας. Ούτε στην πρώτη ύλη.»
Το ίδιο λέει και για την ποσότητα. Οι πελάτες που επιστρέφουν από τα πρώτα χρόνια τούς επιβεβαιώνουν ότι κάθε χρόνο βλέπουν το εστιατόριο να προχωρά λίγο περισσότερο, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα του.
Γιατί η ηπειρώτικη κουζίνα χρειάζεται λίγα υλικά;
Η καταγωγή της Λένας Τοδούλου είναι από τα Πράμαντα Ιωαννίνων, ενώ η ίδια μεγάλωσε στην Άρτα. Η Ήπειρος καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το φαγητό πολύ πριν αποφασίσει να γίνει επαγγελματίας μαγείρισσα.
Η ίδια περιγράφει την ηπειρώτικη κουζίνα ως μια φτωχική κουζίνα, συγγενική ως προς τη φιλοσοφία με την ιταλική cucina povera. Τα υλικά ήταν λίγα, επειδή κάθε οικογένεια μαγείρευε με όσα μπορούσε να παράγει ή να βρει γύρω της. Υπήρχαν όμως καλά κρέατα, γαλακτοκομικά, φρέσκο βούτυρο, τυριά, χόρτα και αλεύρι. Οι άνθρωποι τυροκομούσαν, ζύμωναν και αξιοποιούσαν ό,τι τους έδινε η εποχή.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα βαθιά νόστιμο φαγητό, χωρίς πολλά μπαχαρικά και σύνθετες προσθήκες.
Στη δική της κουζίνα θα βρεις κρεμμύδι, σκόρδο, βούτυρο, λάδι και την πρώτη ύλη που κάθε φορά έχει τον βασικό ρόλο. Η γεύση του κρέατος πρέπει να παραμένει αναγνωρίσιμη. Το ίδιο και το τυρί, το χόρτο ή το αλεύρι.
Για την Ήπειρο, το ψωμί είναι ευλογία και η πίτα ολοκληρωμένο φαγητό. Ένα κομμάτι πίτα και λίγο ψωμί μπορούσαν να αποτελέσουν ολόκληρο το γεύμα μιας οικογένειας. Αυτή η λιτότητα παραμένει για τη Λένα ένα μάθημα μαγειρικής ουσίας.
Τι σημαίνει ελληνική παραδοσιακή κουζίνα το 2026;
Η Λένα τοποθετεί ξεκάθαρα τη μαγειρική της στην ελληνική παραδοσιακή κουζίνα. Η παρουσίαση μπορεί να ακολουθεί τη σημερινή εποχή και ορισμένες σαλάτες ή ορεκτικά να δέχονται μικρές παρεμβάσεις. Ο πυρήνας ενός παραδοσιακού πιάτου, όμως, χρειάζεται να παραμένει αναγνωρίσιμος.
Για την ίδια, η εξέλιξη φτάνει μέχρι το σημείο στο οποίο δεν αλλοιώνεται η αυθεντική νοστιμιά. Η παράδοση δεν ξεκινά από την ανάγκη να ανακαλύψουμε ξανά ένα πιάτο που υπάρχει ήδη. Ξεκινά από τη μνήμη.
Από το πώς μαγείρευε η γιαγιά, η μητέρα ή η θεία. Από τις κουζίνες της Άρτας, των Ιωαννίνων, των Γρεβενών, της Κοζάνης και της Κρήτης. Από τους παλιούς μάγειρες και τις γυναίκες που ήξεραν να βγάζουν ολόκληρο γεύμα με μια χούφτα αλεύρι, λίγο βούτυρο και ό,τι υπήρχε εκείνη την ημέρα στο σπίτι.
Αυτή τη μνήμη παίρνει η Λένα και τη φέρνει στο σήμερα με τα υλικά που επιλέγει και τη δική της φροντίδα. Παρατηρεί, μάλιστα, ότι η επιστροφή στις ρίζες δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Μέσα από τις συζητήσεις της με μάγειρες από άλλες χώρες βλέπει την ίδια ανάγκη να επιστρέφει παντού: κανονικά τηγάνια, φωτιές, κατσαρόλες και χρόνος.
Οι φίλοι της τη φωνάζουν «κατσαρολού». Και μάλλον την περιγράφουν σωστά.
Η ίδια προτιμά το μαγειρευτό και το αργό μαγείρεμα, χωρίς χύτρα. Θέλει κάθε κρέας να διατηρεί τη δική του σύσταση και δεν αναζητά την ίδια υπερβολικά μαλακή υφή σε όλα. Οι σύγχρονες τεχνικές υπάρχουν, αλλά δεν καθορίζουν τον δικό της τρόπο δουλειάς.
Γιατί οι πίτες της ψήνονται μία μία;
Αν υπάρχει ένα κομμάτι της ηπειρώτικης κουζίνας που η Λένα αγαπά ιδιαίτερα, αυτό είναι οι πίτες. Από τα μέσα Σεπτεμβρίου και μετά μπορεί να φτιάχνει έως και 50 ατομικές πίτες την εβδομάδα.
Το «ατομικές» έχει σημασία. Στο παρελθόν τις έψηνε σε μεγάλο σινί, όπως λένε το ταψί στην Ήπειρο. Διαπίστωσε όμως ότι, όταν κόβονταν και περίμεναν, έχαναν κάτι από τη γεύση και την υφή που ήθελε. Έτσι αποφάσισε να ανοίγει το φύλλο και να ψήνει κάθε πίτα ξεχωριστά, τη στιγμή της παραγγελίας.
Ο πελάτης περιμένει 25 με 30 λεπτά και το γνωρίζει από την αρχή. Κάποιοι την κρατούν για το τέλος, άλλοι την παίρνουν μαζί τους. Αυτό που έχει σημασία για εκείνη είναι να τη φάνε ζεστή.
Η κρεατόπιτα είναι από τις πρώτες που εξαντλούνται. Η γέμιση μπορεί να περιλαμβάνει ζυγούρι και μοσχάρι, κάποιες φορές και χοιρινό. Ακολουθεί η λαχανόπιτα, η ηπειρώτικη εκδοχή αυτού που στη Θεσσαλονίκη συνήθως ονομάζουμε χορτόπιτα. Σπανάκι, σέσκουλα, λάπατα, μυρώνια, καυκαλήθρες, φρέσκα κρεμμυδάκια και κολοκυθάκι σχηματίζουν μια γεύση που πολλοί πελάτες της περιγράφουν ως γιαγιά, μητέρα και χωριό της Ηπείρου.
Ανάλογα με την εποχή μπορεί να εμφανιστούν μακαρονόπιτα, κιμαδόπιτα, κρεμμυδόπιτα, μελιτζανόπιτα ή μπομπότα με καλαμποκάλευρο και χόρτα. Κοντά στα Χριστούγεννα έρχεται η γιορτινή κοτόπιτα με κόκορα. Τα φύλλα ψήνονται πρώτα και έπειτα μπαίνουν με τα ζουμιά του κρέατος, φρέσκο βούτυρο και, κάποιες φορές, μεδούλι.
Υπάρχει φυσικά και η αλευρόπιτα. Βούτυρο, αλεύρι, νερό. Τρία υλικά που εξηγούν ολόκληρη τη φιλοσοφία της.
Από πού έρχονται οι πρώτες ύλες στο Κιτς;
Η σχέση με την Ήπειρο δεν μένει στις συνταγές. Η Λένα επιστρέφει συχνά στον τόπο της και αναζητά παραγωγούς σε μια διαδρομή που περνά από τα Ιωάννινα και την Άρτα και φτάνει έως τη Βόνιτσα, το Μεσολόγγι και την Αμφιλοχία.
Από εκεί προμηθεύεται μεγάλο μέρος των αμνοεριφίων και των κρεάτων που χρησιμοποιεί. Αναζητά επίσης κοκόρια, τυριά, βούτυρο, μέλι και όσα ακόμη μπορούν να συνδέσουν το πιάτο με έναν συγκεκριμένο τόπο.
Στα λαχανικά ακολουθεί την εποχή. Προτιμά μικρές παραγωγές και ελληνικά προϊόντα, γνωρίζοντας παράλληλα ότι ένας μικρός βιολογικός παραγωγός δεν μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες ενός εστιατορίου όλο τον χρόνο. Γι’ αυτό επιλέγει να είναι ξεκάθαρη με τον πελάτη για το ποια προϊόντα είναι βιολογικά και ποια όχι, χωρίς να υπόσχεται κάτι που η ίδια η γη δεν μπορεί να δώσει κάθε εποχή.
Υπάρχει χώρος για τηγανητή πατάτα σε αυτή τη φιλοσοφία;
Όταν άνοιξε το εστιατόριο, η Λένα δεν ήθελε να τηγανίζει. Σέρβιρε μια μικρή πατάτα με σπανάκι, βούτυρο και απάκι, όμως οι πελάτες επέμεναν με την ίδια ερώτηση: «Μια τηγανητή πατάτα δεν έχεις;».
Στην αρχή έφτιαχνε λίγες, σχεδόν κρυφά, για εκείνους που επέμεναν περισσότερο. Οι διπλανοί τις έβλεπαν και τις ζητούσαν κι αυτοί. Κάποια στιγμή η πατάτα μπήκε κανονικά στο μενού.
Ακόμη και τότε, αναζήτησε τον τρόπο να την κάνει όπως ήθελε. Την περνά πρώτα από βράσιμο με λίγη σόδα, τη βάζει στον φούρνο, την αφήνει να στεγνώσει στο ψυγείο και ολοκληρώνει το τηγάνισμα στη φριτέζα.
Η ιστορία της πατάτας δείχνει ότι η επιμονή της έχει χώρο και για τον διάλογο. Ακούει τι ζητά ο κόσμος, το επεξεργάζεται και βρίσκει έναν τρόπο να το εντάξει στη δική της κουζίνα.
Τι επιλέγεις από τα κρασιά;
Η λίστα του Κιτς και σ’ έφαγα περιλαμβάνει περίπου 40 ελληνικές ετικέτες και η ομάδα θέλει να την εμπλουτίσει ακόμη περισσότερο. Το κοινό επιλέγει συχνότερα βιολογικά κρασιά, ενώ τα φυσικά κρασιά χρειάζονται περισσότερη συζήτηση.
Υπάρχουν πελάτες που ξέρουν ήδη τι αναζητούν και διαβάζουν μόνοι τους την κάρτα. Άλλοι χρειάζονται μια πρόταση από τη Λένα, τη Μαρία και την ομάδα. Η θολή όψη ή ο διαφορετικός χαρακτήρας ενός φυσικού κρασιού μπορεί αρχικά να δημιουργήσει επιφυλάξεις και εκεί αρχίζει η εξήγηση και η δοκιμή.
Και στο κρασί, πάντως, η επιλογή παραμένει ελληνική.
Πόσο σημαντική είναι η ομάδα στην κουζίνα;
Όταν τη ρωτάμε για την ομάδα, η Λένα επιστρέφει αυθόρμητα στα χρόνια της Αναγέννησης Άρτας. Η λέξη έχει για εκείνη ένα πολύ συγκεκριμένο βάρος. Η σημερινή ομάδα του εστιατορίου αποτελείται από ανθρώπους που δουλεύουν καλά μαζί και χαίρονται αυτό που κάνουν. Ο βασικός της πυρήνας παραμένει σταθερός τα τελευταία χρόνια.
Για τη Λένα, η σταθερότητα αυτή είναι σημαντική, επειδή η κουζίνα που περιγράφει δεν μπορεί να στηριχθεί σε έναν άνθρωπο. Οι πίτες, οι κατσαρόλες, η προετοιμασία των κρεάτων, η σχέση με τους πελάτες και η καθημερινή λειτουργία χρειάζονται ανθρώπους που γνωρίζονται, συνεννοούνται και αντιμετωπίζουν το εστιατόριο ως κοινή υπόθεση.
Τι νέο ετοιμάζεται στην Ολύμπου από την ομάδα του Κιτς και σ' έφαγα;
Το επόμενο σχέδιο βρίσκεται και πάλι στη Θεσσαλονίκη. Η Λένα και η ομάδα της ετοιμάζουν έναν νέο χώρο στην Ολύμπου, με μεγαλύτερη έμφαση στον καφέ και σε ορισμένες πρωινές ώρες της ημέρας.
Εκεί σκέφτεται να σερβίρει σάντουιτς με προζυμένιο ψωμί, με συνδυασμούς που θα της επιτρέψουν να κινηθεί λίγο πιο ελεύθερα και έξω από την αποκλειστικά παραδοσιακή ελληνική κουζίνα. Θέλει, όμως, να κρατήσει και όσα γνωρίζει καλά: τις πίτες, τις τηγανίτες και τα απλά ζυμάρια του σπιτιού.
Ακόμη και η σημερινή μόδα του cinnamon roll την επιστρέφει στη γιαγιά της. Όταν περίσσευε ζυμάρι από την πίτα, το άνοιγε, έβαζε ζάχαρη, κανέλα, καρύδια και κάποιες φορές μήλο. Το τύλιγε σαν πλεξούδα, το χάραζε και, μόλις ψηνόταν, το άλειφε με μέλι ή μαρμελάδα.
Για τη Λένα, αυτό ήταν το δικό τους cinnamon roll πολλά χρόνια πριν αποκτήσει το σημερινό του όνομα.
Ποια γεύση θέλει να σου μείνει φεύγοντας;
Οι πελάτες που επιστρέφουν στο Κιτς και σ’ έφαγα θυμούνται πιάτα ακόμη και από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του. Της ζητούν να επαναφέρει μια παλιά παρασκευή ή να τους μαγειρέψει ξανά κάτι που δοκίμασαν κάποτε. Αν έχει τα υλικά και τον χρόνο, μπορεί να το κάνει εκείνη τη στιγμή.
Μαγειρεύει το ίδιο για όλους και δεν θέλει να ξεχωρίζει τα τραπέζια. Η σχέση που επιδιώκει μοιάζει περισσότερο με εκείνη της μαγείρισσας του σπιτιού που γνωρίζει τι σου αρέσει, θυμάται τι έφαγες και θέλει να φύγεις χορτάτος.
Ίσως τελικά αυτό να απαντά και στο πόσο κιτς δεν μαγειρεύει η Λένα Τοδούλου Φεύγα. Πίσω από το πληθωρικό όνομα και τον ελεύθερο χώρο υπάρχει μια μαγειρική πολύ συγκεκριμένη. Μια κουζίνα που εμπιστεύεται την πρώτη ύλη, την κατσαρόλα, τον χρόνο και όσα έχει ήδη καταγράψει η μνήμη.
Η ίδια το λέει πολύ πιο απλά:
«Θέλω να τους μείνει ότι εδώ έφαγαν νόστιμα.»
Και εμείς λέμε ότι το έχει καταφέρει.
KEEP READING
-
ΤΟ CIN CIN THESSALONIKI ΒΑΖΕΙ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Έχει λίγο καιρό που στον πεζόδρομο της Ικτίνου, στο Cin Cin Thessaloniki, μετά το καφεδάκι σου μπορείς να συνεχίσεις με φρέσκους χυμούς, ...
06 Σεπτεμβρίου -
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ZEMÉ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αν ακολουθήσεις τον δρόμο από τη Χαλκίδα μέχρι την Κύμη, θα γνωρίσεις μια Εύβοια που μυρίζει γλυκάνισο, θάλασσα, μανιτάρια, καπνισμένο ...
18 Αυγούστου -
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΛΑΖΑΡΟΥ: Ο ΠΕΙΡΑΙΩΤΗΣ ΠΟΥ ΒΡΗΚΕ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
Ο Λευτέρης Λαζάρου δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι ένας αφηγητής, ένας φιλόσοφος της γεύσης, ένας άνθρωπος που κουβαλάει μέσα του την αλμύρα...
10 Ιουλίου