ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΣΙΟΥΛΑΣ: Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΧΕΙ FINE DINING. ΑΠΛΩΣ ΝΤΡΕΠΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΠΟΥΜΕ.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΣΙΟΥΛΑΣ: Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΧΕΙ FINE DINING. ΑΠΛΩΣ ΝΤΡΕΠΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΠΟΥΜΕ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΣΙΟΥΛΑΣ: Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΧΕΙ FINE DINING. ΑΠΛΩΣ ΝΤΡΕΠΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΠΟΥΜΕ.

Ο EXECUTIVE CHEF ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΣ ΝΑΟΥΣΑ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ MICHELIN, ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΠΟΥ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΠΟΛΗ

09 Σεπτεμβρίου

«Αν κλείσεις τα μάτια, είναι μουσακάς. Αν τα ανοίξεις, πάλι είναι μουσακάς». Ο Δημήτρης Τασιούλας χρησιμοποιεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πιάτα της ελληνικής κουζίνας για να εξηγήσει τι προσπαθεί να κάνει σήμερα στο Όλυμπος Νάουσα. Η γεύση και η μνήμη παραμένουν οικείες, οι παρασκευές αλλάζουν και η τεχνική δουλεύει διακριτικά, χωρίς να ζητά από τον επισκέπτη να την προσέξει περισσότερο από το ίδιο το φαγητό.

Από αυτόν τον μουσακά ξεκινά μια συζήτηση που αφορά ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη. Τη σχέση της με το fine dining, την άφιξη του Michelin, τη δύναμη της αστικής της κουζίνας και τον γαστρονομικό πλούτο που ακόμη δεν έχει μετατραπεί σε ένα κοινό, οργανωμένο αφήγημα με διεθνή προοπτική.

Πώς μεταφέρεται η μνήμη του Όλυμπος Νάουσα στο 2026;

Η ιστορία του Όλυμπος Νάουσα κουβαλά μια ευθύνη που δύσκολα αγνοείται. Το 1961 το εστιατόριο είχε βραβευθεί από τη διεθνή γαστρονομική εταιρεία Dreicers De Luxe Dining League, ενώ στις 6 Ιανουαρίου 1968 η Daily Telegraph δημοσίευσε ανταπόκριση από τη Θεσσαλονίκη με τίτλο «Το καλύτερο φαγητό στην Ελλάδα». 

Μετά την πορεία των επόμενων δεκαετιών και το κλείσιμό του στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επέστρεψε το 2022 ως μέρος του ON Residence, στην ίδια θέση της Λεωφόρου Νίκης. Η ιστορία του εστιατορίου καταγράφεται στην επίσημη σελίδα του Όλυμπος Νάουσα.

Η παλιά σάλα του Όλυμπος Νάουσα με το προσωπικό
Η παλιά σάλα του Όλυμπος Νάουσα με το προσωπικό / Credits: Αρχείο Όλυμπος Νάουσα
Η ιστορική πρόσοψη του εστιατορίου
Η ιστορική πρόσοψη του εστιατορίου / Credits Αρχείο Όλυμπος Νάουσα

Σήμερα, ο Δημήτρης Τασιούλας έχει αναλάβει ως Executive Chef να συνεχίσει αυτή τη διαδρομή. Για εκείνον, η συνέχεια δεν σημαίνει επιστροφή στις συνταγές και στις φόρμες του 1960 ή του 1970. Εκείνη η κουζίνα εξέφρασε τη δική της εποχή. Η σημερινή κουζίνα χρειάζεται να μεταφέρει τη μνήμη, τη γεύση και τον χαρακτήρα της πόλης στον χρόνο που ζούμε.

«Το Όλυμπος Νάουσα αποτέλεσε για πολλά χρόνια την πρωτοπορία της γαστρονομίας της Θεσσαλονίκης. Ερχόμαστε σήμερα να πάρουμε αυτή τη φήμη και αυτή τη μνήμη και να τις τοποθετήσουμε στο 2026», μας λέει.

Στο μενού, αυτή η σκέψη περνά μέσα από πιάτα που αντλούν τη γεύση και την ανάμνησή τους από τη θεσσαλονικιώτικη και την ευρύτερη ελληνική κουζίνα. Ο σύγχρονος τρόπος παρουσίασης υπηρετεί έναν επισκέπτη που ταξιδεύει, γνωρίζει διαφορετικές γαστρονομικές εμπειρίες και αναζητά μια αφήγηση δεμένη με τον τόπο όπου βρίσκεται.

Ο μουσακάς γίνεται το πιο άμεσο παράδειγμα. Παραμένει αναγνωρίσιμος στη γεύση και στην εικόνα, ενώ κάθε στοιχείο του έχει δουλευτεί χωριστά. Η τεχνική υπάρχει στη μπεσαμέλ, στο κρέας, στα λαχανικά, στις υφές και στην τελική σύνθεση. Δεν εμφανίζεται ως επίδειξη.

«Η δουλειά του πιάτου βρίσκεται από πίσω. Δεν χρειάζεται να κραυγάζει».


Υπάρχει fine dining στη Θεσσαλονίκη;

Ο όρος fine dining εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία στη Θεσσαλονίκη. Έχει συνδεθεί με μικρές μερίδες, αυστηρή ατμόσφαιρα, απρόσωπη εξυπηρέτηση και μια εμπειρία που απευθύνεται σε πολύ περιορισμένο κοινό. Ο Δημήτρης θεωρεί ότι αυτή η εικόνα έχει ξεπεραστεί.

«Η Θεσσαλονίκη έχει fine dining. Απλώς ντρεπόμαστε να το πούμε».

Για εκείνον, το fine dining βρίσκεται στη λεπτομέρεια. Στην ακρίβεια της γεύσης, στην ισορροπία των υφών, στην αισθητική, στη φροντίδα του χώρου και στην ποιότητα της εξυπηρέτησης. Μπορεί να περιλαμβάνει έναν μουσακά, ένα πιάτο σχάρας ή μια συνταγή βαθιά συνδεδεμένη με την καθημερινή μνήμη ενός τόπου. Η πρώτη ύλη, η τεχνική και η προσωπικότητα του μάγειρα οδηγούν το αποτέλεσμα σε ένα υψηλότερο επίπεδο επεξεργασίας.

Η θεσσαλονικιώτικη εκδοχή του fine dining χρειάζεται επίσης να εκφράζει τη δική της κουλτούρα φιλοξενίας. Η ζεστασιά, η αμεσότητα και η γενναιοδωρία του τραπεζιού αποτελούν μέρος της εμπειρίας. Μια αυστηρή αντιγραφή της Στοκχόλμης ή του Παρισιού θα απομάκρυνε το εστιατόριο από τον τόπο του.

Ο ξένος επισκέπτης έρχεται στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει αυτή την πόλη. Περιμένει μια σύγχρονη εμπειρία υψηλών προδιαγραφών, θέλει όμως να αναγνωρίσει μέσα της κάτι από την τοπική κουλτούρα, τον ρυθμό των ανθρώπων και τον τρόπο με τον οποίο η πόλη αντιλαμβάνεται τη φιλοξενία.

Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση οδηγείται στην αστική κουζίνα. Ο Τασιούλας την περιγράφει μέσα από τα τραπέζια που συνόδευαν τη ζωή της πόλης: τις επαγγελματικές συμφωνίες, τις οικογενειακές γιορτές, το καλό κυριακάτικο γεύμα, τις περιστάσεις για τις οποίες οι άνθρωποι φορούσαν τα καλά τους και συναντιούνταν σε ένα εστιατόριο. Αυτή η αστική εμπειρία μπορεί σήμερα να εκφραστεί σε ένα σύγχρονο εστιατόριο, σε μια καλή ψαροταβέρνα ή σε ένα τραπέζι υψηλής γαστρονομίας. Το είδος του χώρου αλλάζει. Η φροντίδα και η κοινωνική λειτουργία του τραπεζιού παραμένουν.


Μαγειρεύει ένας chef για τον Michelin;

Η άφιξη του Michelin στη Θεσσαλονίκη έχει ανοίξει μια συζήτηση γεμάτη προσδοκίες, προβλέψεις και ονόματα. Η επίσημη ανακοίνωση έγινε τον Δεκέμβριο του 2025: η Θεσσαλονίκη και η Σαντορίνη εντάσσονται μαζί με την Αθήνα στην ελληνική έκδοση του 2026, με την επιλογή να αναμένεται τώρα στα κοντά. Η Michelin περιγράφει τη Θεσσαλονίκη ως μια ιστορική πόλη λιμάνι, με γαστρονομία διαμορφωμένη από αιώνες πολιτισμικών ανταλλαγών.

Για τον Δημήτρη, το σημαντικότερο που μπορεί να κάνει ένα εστιατόριο αυτή την περίοδο είναι να συνεχίσει τη δουλειά του.

Κανείς δεν γνωρίζει τι θα αποφασίσουν οι επιθεωρητές. Η κουζίνα ενός εστιατορίου δεν μπορεί να οργανώνεται με βάση μια πιθανή διάκριση. Χρειάζεται να εκφράζει καθημερινά τη θέση του chef, τη γαστρονομία που πιστεύει και την εμπειρία που έχει επιλέξει να προσφέρει.

«Εμείς δεν περιμένουμε τον οδηγό. Δουλεύουμε έτσι εδώ και τέσσερα χρόνια», επισημαίνει.

Στην αντίληψή του, ο Michelin έχει επίσης απομακρυνθεί από την παλιά εικόνα μιας αποκλειστικά γαλλοκεντρικής, αυστηρά σκηνοθετημένης εμπειρίας. Οι επιλογές του καλύπτουν πλέον διαφορετικές χώρες, κουλτούρες και είδη εστιατορίων. Τα πέντε επίσημα κριτήρια για τα αστέρια εστιάζουν στην ποιότητα των προϊόντων, στην αρμονία των γεύσεων, στην κυριαρχία των τεχνικών, στην προσωπικότητα του chef μέσα από την κουζίνα και στη συνέπεια στον χρόνο και σε ολόκληρο το μενού. Αυτά είναι τα κριτήρια που δηλώνει ο ίδιος ο Michelin.

Η αυθεντικότητα και η καθαρότητα της γεύσης μπορούν επομένως να σταθούν στο κέντρο. Η τεχνική παραμένει καθοριστική, χωρίς να χρειάζεται να καταλαμβάνει οπτικά κάθε σημείο του πιάτου.


Διάβασε επίσης: Ποιοι είναι και με τι κριτήρια βραβεύουν οι επιθεωρητές του Michelin Guide


Γιατί η καλή πρώτη ύλη δεν αρκεί;

Η Θεσσαλονίκη έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια σε ένα αφήγημα που δίνει μεγάλη έμφαση στην καλή πρώτη ύλη. Ο Δημήτρης Τασιούλας συμφωνεί με την αξία της, θεωρεί όμως ότι αυτή αποτελεί την αφετηρία της μαγειρικής.

Ένα καλό ψάρι χρειάζεται σωστό ψήσιμο. Ένα εξαιρετικό κομμάτι κρέατος χρειάζεται γνώση της φωτιάς. Ένας μουσακάς απαιτεί ακρίβεια σε κάθε παρασκευή, από τον τρόπο που θα μαγειρευτούν τα λαχανικά μέχρι τη δομή της μπεσαμέλ και τα αρώματα του κιμά. Η ποιότητα του προϊόντος δεν απαντά από μόνη της σε όλα αυτά. Ο μάγειρας καλείται να προσθέσει σκέψη. Να αναζητήσει έναν νέο συνδυασμό, έναν διαφορετικό τρόπο μαγειρέματος ή μια πρόταση που φέρει τη δική του υπογραφή. Η δημιουργικότητα δεν μετριέται με τον αριθμό των τεχνικών που εμφανίζονται στο πιάτο. Φαίνεται στη συνοχή του αποτελέσματος.

Ο Δημήτρης αναφέρεται στις κουζίνες της φωτιάς και στο παράδειγμα των Βάσκων chefs που μελέτησαν σε βάθος το ψήσιμο, τα διαφορετικά ξύλα και κάρβουνα και τη συμπεριφορά κάθε υλικού. Η φαινομενική απλότητα του πιάτου στηρίζεται σε μεγάλη γνώση.

Αυτό το επόμενο βήμα θεωρεί απαραίτητο και για τη Θεσσαλονίκη. Η καλή πρώτη ύλη χρειάζεται να συναντήσει τη δημιουργικότητα, τη συστηματική έρευνα και μια καθαρή μαγειρική πρόταση.

Τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει ο Michelin στην πόλη;

Η συζήτηση γύρω από τον Michelin επικεντρώνεται συνήθως στα αστέρια. Ο οδηγός περιλαμβάνει ευρύτερο φάσμα διακρίσεων και επιλογών. Το Bib Gourmand αναγνωρίζει εστιατόρια με πολύ καλό φαγητό σε προσιτή τιμή, ενώ η κατηγορία Michelin Selected καταγράφει τις διευθύνσεις που οι επιθεωρητές θεωρούν άξιες να περιλαμβάνονται στον οδηγό. Τα αστέρια αφορούν την κορυφαία αξιολόγηση της μαγειρικής.

Αυτή η κλίμακα μπορεί να αποτυπώσει ένα μεγαλύτερο μέρος της γαστρονομικής Θεσσαλονίκης. Μια γαστροταβέρνα, ένα εστιατόριο με σταθερά καλή κουζίνα και ένα fine dining menu απευθύνονται σε διαφορετικές ανάγκες, συμμετέχουν όμως στην ίδια εικόνα της πόλης.

Η Σμύρνη και η κοντινή Ούρλα αποτελούν για τον Δημήτρη ένα ενδιαφέρον μέτρο σύγκρισης, η πόλη έχει μεγαλύτερο πληθυσμό, αλλά παρόμοια χαρακτηριστικά. Στην επιλογή του Michelin για το 2026, το Vino Locale έγινε το πρώτο εστιατόριο της περιοχής που απέκτησε δύο αστέρια, ενώ το OD Urla, το Teruar Urla και το Narımor διατηρούν από ένα. Παράλληλα, η επίσημη επιλογή περιλαμβάνει Bib Gourmand και προτεινόμενα εστιατόρια διαφορετικής φυσιογνωμίας. Η σημερινή γαστρονομική εικόνα της Σμύρνης αποτυπώνεται στην επίσημη επιλογή του Michelin.

Για τη Θεσσαλονίκη, η πρώτη ανακοίνωση θα αποτελέσει ένα σημείο εκκίνησης. Η αλλαγή θα χρειαστεί χρόνο, συνεργασία και σταθερότητα. Ο ίδιος απορρίπτει την ιδέα ότι μια διάκριση δικαιολογεί αυτομάτως μια απότομη αύξηση των τιμών. Οι τιμές οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την πραγματικότητα της πόλης και τον άνθρωπο που ζει σε αυτή.

Στο Όλυμπος Νάουσα, όπως εξηγεί, συνυπάρχουν το à la carte μενού και το μενού γευσιγνωσίας. Κάποιος μπορεί να μοιραστεί μια σαλάτα και ένα κυρίως πιάτο. Κάποιος άλλος μπορεί να επιλέξει μια εμπειρία δυόμισι ωρών. Η δυνατότητα επιλογής κρατά το εστιατόριο συνδεδεμένο με το κυριακάτικο τραπέζι, τις παρέες και τους ντόπιους πελάτες του.

Διάβασε επίσης: Από πού χρηματοδοτείται η επιχείρηση γαστρονομίας Michelin;

Η δύναμη της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στο καθημερινό καλό φαγητό

Κάποια στιγμή στη συζήτησή μας, ο Δημήτρης Τασιούλας θυμάται ένα κείμενο του Επίκουρου, του κριτικού γεύσης Αλβέρτου Αρούχ, για το γαστρονομικό κιμπαριλίκι της Θεσσαλονίκης.

Η αναφορά οδηγεί στο άρθρο «Το γαστρονομικό παράδοξο», που δημοσιεύθηκε στο Βήμα τον Μάρτιο του 2013. Ο Επίκουρος έγραφε για μια πόλη όπου η υψηλή γαστρονομία είχε ταυτιστεί με το καθημερινό τραπέζι και όπου υπήρχε πλήθος χώρων με μερακλίδικο, καλομαγειρεμένο φαγητό.

Σε αυτή την ευρεία μεσαία ζώνη εντοπίζει και ο Δημήτρης τον πραγματικό πλούτο της Θεσσαλονίκης. Ο κάτοικος της πόλης έχει πολλές πιθανότητες να φάει καλά σε ένα καθημερινό εστιατόριο, μια ταβέρνα, ένα μεζεδοπωλείο ή έναν απλό χώρο με μαγειρευτό φαγητό. Αυτή η σχέση έχει διαμορφώσει ένα κοινό με ανεπτυγμένη γαστρονομική αντίληψη και υψηλές απαιτήσεις.

Η οικονομική πίεση, οι δυσκολίες της εστίασης και η σταδιακή τυποποίηση μπορούν να φθείρουν αυτό το επίπεδο. Ο Michelin, σύμφωνα με τον Δημήτρη Τασιούλα, αποκτά πραγματική αξία όταν βοηθά να αναδειχθούν περισσότερες κατηγορίες εστιατορίων και δημιουργεί μια κίνηση προς τα πάνω για ολόκληρη τη σκηνή.

Η προσωπική του εμπειρία από το Σέμπρικο ενισχύει αυτή την άποψη. Θυμάται την επίσκεψη μιας δημοσιογράφου από την Ιαπωνία, η οποία επέστρεψε για δεύτερο γεύμα, και την προσοχή που ακολούθησε από τους New York Times. Το 2016 η Θεσσαλονίκη μπήκε στη λίστα των 52 προορισμών της εφημερίδας, με αναφορά στη ζωντανή και πολυσυλλεκτική διατροφική κουλτούρα της. 

Η αναγνώριση έχει σημασία για τους ανθρώπους της εστίασης. Μάγειρες, εστιάτορες και εργαζόμενοι στη σάλα κάνουν μια απαιτητική δουλειά. Μια διεθνής διάκριση μπορεί να τους προσφέρει έναν μεγαλύτερο ορίζοντα, αρκεί η αναγνώριση να αποκτήσει συνέχεια και να μην περιοριστεί στη χαρά μιας βραδιάς απονομής.

Τι αφήγημα χρειάζεται η Θεσσαλονίκη;

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει πιάτα, ανθρώπους, ιστορία, παραγωγούς και μια ισχυρή κουλτούρα εξόδου. Αυτό που λείπει, σύμφωνα με τον Δημήτρη, είναι η συστηματική οργάνωση όλων αυτών σε ένα κοινό σχέδιο.

Οι chefs, οι εστιάτορες, οι παραγωγοί, τα πανεπιστήμια, οι φορείς του τουρισμού και οι θεσμοί της πόλης χρειάζεται να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι. Να καταγράψουν την κουζίνα, να υποστηρίξουν την εκπαίδευση, να συνδέσουν την παραγωγή με τα εστιατόρια και να αποφασίσουν τι ακριβώς θέλουν να αφηγηθούν στο διεθνές κοινό.

Το παράδειγμα της Χώρας των Βάσκων επιστρέφει αρκετές φορές στη συζήτησή μας. Εκεί, η γαστρονομία αντιμετωπίστηκε ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος που συνδέει την εκπαίδευση, την έρευνα, την καινοτομία, τον πολιτισμό, την παραγωγή και τον τουρισμό. Το Basque Culinary Center, το οποίο δημιουργήθηκε το 2009 από το Πανεπιστήμιο Mondragon και σημαντικούς Βάσκους chefs, διαθέτει σήμερα πανεπιστημιακή σχολή γαστρονομικών επιστημών και δομές έρευνας και καινοτομίας. Το Gastronomy Open Ecosystem συνεχίζει αυτή τη σύνδεση εκπαίδευσης, επιστήμης και επιχειρηματικότητας.

Η συγκεκριμένη περιοχή έχει καταφέρει να κάνει διεθνώς αναγνωρίσιμα τα διαφορετικά επίπεδα της κουζίνας της. Τα pintxos, οι αγορές, οι παραγωγοί, οι γαστρονομικές κοινωνίες, τα εστιατόρια της φωτιάς και η υψηλή γαστρονομία αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινής ταυτότητας.

Ο Δημήτρης δεν προτείνει την αντιγραφή αυτού του μοντέλου. Το χρησιμοποιεί για να δείξει τι μπορεί να συμβεί όταν ένας τόπος επενδύσει με συνέπεια στη γαστρονομία του και οργανώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις του.

Η κουζίνα μιας πόλης που έμαθε να συνυπάρχει

Στο τέλος της συζήτησης, ο Δημήτρης Τασιούλας συμπυκνώνει την άποψή του σε μια φράση: 

«Η κουζίνα της Θεσσαλονίκης είναι η κουζίνα μιας πόλης-κράτους».

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει μια γαστρονομία που διαμορφώθηκε μέσα στον αστικό χώρο. Στη Θεσσαλονίκη συναντήθηκαν επί αιώνες διαφορετικές θρησκείες, γλώσσες, εμπορικές διαδρομές και μαγειρικές παραδόσεις. Η ώσμωση συνέβη στις γειτονιές, στις αγορές, στα σπίτια και στα τραπέζια της πόλης.

Το γιουβαρλάκι είναι ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί. Η ονομασία του συνδέεται ετυμολογικά με την τουρκική λέξη yuvarlak, που σημαίνει στρογγυλό, ενώ η εκδοχή με αυγολέμονο ενσωματώθηκε βαθιά στο ελληνικό οικιακό τραπέζι. Αντίστοιχες διαδρομές διακρίνει στο χουνκιάρ μπεγεντί και σε πολλά πιάτα που πέρασαν από κοινότητα σε κοινότητα, άλλαξαν υλικά και τελικά έγιναν μέρος μιας κοινής αστικής μνήμης.

Η ιστορική συνύπαρξη δεν αρκεί να επαναλαμβάνεται ως γενικός χαρακτηρισμός. Χρειάζεται τεκμηρίωση, καταγραφή και ουσιαστική μετάφραση στη σύγχρονη κουζίνα. Εκεί βρίσκεται, κατά τον ίδιο, το υλικό από το οποίο μπορεί να γεννηθεί το γαστρονομικό αφήγημα της Θεσσαλονίκης.

Ο Michelin μπορεί να προσφέρει διεθνή ορατότητα. Η ταυτότητα που θα συναντήσει, όμως, πρέπει να έχει ήδη διατυπωθεί από την ίδια την πόλη.

Η Θεσσαλονίκη έχει τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε ένα διεθνές κοινό μέσα από όλο το εύρος της κουζίνας της: από την μπουγάτσα και το street food μέχρι την ταβέρνα, το αστικό εστιατόριο και το fine dining. Η πρόκληση είναι να δημιουργήσει μεγαλύτερη αξία, κρατώντας τους κατοίκους της μέσα στην καθημερινή ζωή και στα τραπέζια της.

Ο επισκέπτης έρχεται εδώ για να ζήσει την τοπικότητα. Και, όπως λέει ο Δημήτρης Τασιούλας, «αν δεν υπάρχουν ντόπιοι, δεν έρχεται να ζήσει τίποτα».