Ο ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑ'Ϊ'ΤΣΙΔΗΣ ΜΑΓΕΙΡΕΥΕΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ
ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΓΕΥΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΑΒΙΩΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΦΡΑΓΚΟΜΑΧΑΛΑ
Αύριο 19 Μαΐου, την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, έξω από τα 3 Γουρουνάκια, μια μεγάλη κατσαρόλα θα σιγοβράζει τανωμένο σορβά, ενώ δίπλα της θα ανοίγονται στο χέρι πισία. Ο Δήμος Καλαϊτσίδης μαζί με τη μητέρα του, την κυρία Βασιλική, θα μαγειρέψουν δημόσια έξω από το εστιατόριο, μεταφέροντας για λίγες ώρες στον δρόμο κάτι πολύ πιο βαθύ από μια συνταγή: μια μνήμη που πέρασε από γενιά σε γενιά μέσα από οικογενειακά τραπέζια, αφηγήσεις, μυρωδιές και γεύσεις που έμειναν ζωντανές, ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες ιστορικές συνθήκες.
«Η ποντιακή καταγωγή είναι η ταυτότητά μου και νιώθω πολύ περήφανος γι’ αυτό», μας λέει ο Δήμος. Και ίσως αυτή ακριβώς η ταυτότητα να είναι που διαμόρφωσε, χωρίς να το καταλάβει από νωρίς, και τη σχέση του με τη γαστρονομία. «Όταν μεγαλώνεις σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, είναι αδύνατον να μην επηρεάζεται η γαστρονομική σου ταυτότητα», εξηγεί.
Οι γεύσεις δεν συνδέονται για εκείνον μόνο με την παράδοση, αλλά με τα ίδια του τα παιδικά χρόνια. «Με αυτά τα φαγητά μεγάλωσα», λέει απλά, μιας και περιγράφει κάτι αυτονόητο. Για πολλές ποντιακές οικογένειες άλλωστε, η κουζίνα δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένας χώρος φαγητού. Ήταν ένας τρόπος να διατηρηθεί ζωντανή η αίσθηση της πατρίδας, της οικογένειας και της συνέχειας.
«Αυτά τα φαγητά κουβαλούν μέσα τους μνήμες ζωής, προσφυγιάς και επιβίωσης. Για τους Πόντιους, το φαγητό δεν ήταν μόνο ανάγκη, αλλά τρόπος να κρατήσουν ζωντανές τις ρίζες, την οικογένεια και την ταυτότητά τους, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες του ξεριζωμού», μας λέει.
Μια πράξη μνήμης που βγαίνει στο δρόμο
Η απόφαση να πραγματοποιηθεί αυτή η μαγειρική πράξη δημόσια, έξω από τα 3 Γουρουνάκια, δεν ήταν τυχαία. Ο Δήμος Καλαϊτσίδης ήθελε η συγκεκριμένη στιγμή να ανήκει στην πόλη και στους ανθρώπους της. «Επέλεξα να το κάνω δημόσια, έξω από το εστιατόριο, γιατί ήθελα αυτή η κίνηση μνήμης να ανήκει σε όλους και να μπορεί να τη μοιραστεί ο κόσμος ανοιχτά. Η ποντιακή παράδοση και η ιστορία δεν είναι κάτι που πρέπει να μένει κλεισμένο σε έναν χώρο. Αξίζει να βγαίνει προς την κοινωνία, να γεννά συζητήσεις, μνήμες και συναισθήματα.»
Στο επίκεντρο όμως αυτής της αυριανής εικόνας δεν θα βρίσκεται μόνο το φαγητό, αλλά και η παρουσία της μητέρας του, της κυράς Βασιλικής δίπλα του. Δύο γενιές στον ίδιο πάγκο, να μοιράζονται γεύσεις, ήθη, έθιμα και, ίσως, τις ίδιες σιωπηλές μνήμες.

Μνήμες και ιστορίες για τις γυναίκες του Πόντου
Για την κυρία Βασιλική Καλαϊτσίδου, ετών 81, η ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων είναι οι αληθινές ιστορίες που άκουσε ξανά και ξανά μέσα στο σπίτι της από τη γιαγιά της, τόσο ζωντανές που, όπως λέει η ίδια, «λες και τα έζησα κι εγώ».
Σε μία από τις φωτογραφίες που κρατά ακόμη η οικογένεια, θα δεις την κυρία Βασιλική μόλις πέντε ετών. Ένα παιδί που μεγάλωνε σε μια Ελλάδα φτωχή και δύσκολη, αλλά μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο αφηγήσεις, γυναίκες, μνήμες και ποντιακή, αυτούσια διάλεκτο να περνά καθημερινά από γενιά σε γενιά.

Όπως θυμάται η ίδια, τα παιδικά της χρόνια ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με τη γιαγιά της, τη γυναίκα που της μετέφερε όλες τις ιστορίες του ξεριζωμού και της προσφυγιάς.«Εμείς ήμασταν τυχερά παιδιά γιατί είχαμε γιαγιά στο σπίτι και οι γονείς μας δούλευαν. Η γιαγιά ήταν το στήριγμα. Τότε δεν υπήρχαν τηλεοράσεις. Καθόμασταν και μας έλεγε ιστορίες. Το πώς φύγανε από εκεί. Τα αποστηθίσαμε. Λες και τα έζησα κι εγώ.», λέει η κυρία Βασιλική. Και όταν τη ρωτάμε ποιος κράτησε πραγματικά ζωντανή αυτή τη μνήμη, η απάντηση έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη:
«Οι γυναίκες του Πόντου. Οι ηρωίδες.»

Η γιαγιά της κυρίας Βασιλικής γεννήθηκε στην περιοχή της Αργυρούπολης του Πόντου, ανάμεσα σε τρεις μαχαλάδες και σε ένα χωριό που το έλεγαν Χάρσερα. Και ζούσανε ευτυχισμένοι, μας λέει με ένα χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό της. Μέχρι που στα 25 της έμεινε χήρα με τρία παιδιά. Και σε 6 μήνες έχασε και το μεγάλο της το παιδί. Και μετά, μέσα σε αυτήν την μοίρα ήρθε κι άλλο κακό: τους είπαν ότι θα γίνει η ανταλλαγή. Έτσι, έζησε τον ξεριζωμό μαζί με χιλιάδες ακόμη Πόντιους που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω τα σπίτια και τη ζωή τους. Η πιο δυνατή εικόνα που κουβαλά μέχρι σήμερα είναι εκείνη της αναχώρησης. «Πήρανε τρία μουλάρια. Τα ψωμιά τα κάνανε παξιμάδια για να αντέξουν στον δρόμο. Και πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς.»
Και η στιγμή που είδαμε στα μάτια της να τη συγκινεί περισσότερο:
«Η γιαγιά μου έλεγε: Έκλεισα την πόρτα, πήρα το κλειδί και το έβαλα στην τσέπη μου. Το σπίτι το είχα στρωμένο, με την καλύτερη κουβέρτα πάνω στο κρεβάτι. Τι να πάρεις; Μόνο τα ρούχα πήραμε.»
Ο άντρας μου ήταν πολύ παραδοσιακός
Μιλώντας για τη διατήρηση της ποντιακής ταυτότητας μέσα στα χρόνια, η κυρία Βασιλική επιστρέφει ξανά και ξανά στη μορφή του συζύγου της, Νίκου, ενός ανθρώπου που, όπως λέει η ίδια, κράτησε βαθιά μέσα του τις παραδόσεις του Πόντου και προσπάθησε να τις μεταδώσει στα παιδιά και στα εγγόνια του μέχρι το τέλος της ζωής του. «Ο άντρας μου ήταν πολύ παραδοσιακός. Πάρα πολύ. Ήθελε να κρατάμε όλα τα έθιμα.»
Ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους, όταν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, επέμενε να τηρούνται τα ποντιακά έθιμα στους γάμους των παιδιών τους, κρατώντας ζωντανές παραδόσεις όπως τα «εφτά μονοστέφανα», τους λυράρηδες και τα παλιά τελετουργικά του γάμου.
«Και στην Κέρκυρα πήγαμε και τα κάναμε», θυμάται η ίδια με συγκίνηση. «Έλεγε, εγώ θα κάνω το δικό μου το έθιμο.»

Σήμερα, βλέποντας τον Δήμο να συνεχίζει αυτή τη διαδρομή μέσα από τα 3 Γουρουνάκια και να μοιράζεται δημόσια τις γεύσεις και τις μνήμες του Πόντου, αισθάνεται πως κάτι από εκείνον συνεχίζει να υπάρχει μέσα σε κάθε τέτοια στιγμή.
«Νιώθω ότι μέσα από αυτό που κάνει ο Δήμος… είναι σαν να αναβιώνει η μνήμη του πατέρα του.»
Ο τανωμένος σορβάς και τα πισία - το φαί της επιβίωσης
Γι’ αυτό και τα φαγητά που θα μαγειρευτούν αύριο στην Καποδιστρίου, στον Φραγκομαχαλά, δεν θα είναι μόνο ένα μαγείρεμα στο δρόμο. Ο τανωμένος σορβάς και τα πισία κουβαλούν μέσα τους ολόκληρη τη λογική της επιβίωσης μιας εποχής, όπου τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. «Τότε δεν υπήρχαν ούτε ψυγεία ούτε πλούτη. Τα γαλακτερά τα κρατούσαν σε κιούπια με αλάτι για να συντηρηθούν. Τα αυγά ήταν σαν νόμισμα. Τα πήγαιναν στον μπακάλη για να πάρουν σπίρτα ή πετρέλαιο», μας λέει η κυρία Βασιλική.
Η ίδια έμαθε να φτιάχνει τανωμένο σορβά από τη γιαγιά της, όπως ακριβώς τον έφτιαχναν στον Πόντο. Και αργότερα, μέσα στην καθημερινότητα της δικής της οικογένειας, πέρασε αυτές τις γεύσεις και στον Δήμο.
Χαρά - Πασχαλιά
«Έχω μια φωτογραφία με τον Δημοσθένη μικρό, να στέκεται δίπλα μου με την ποδιά, χαρά-Πασχαλιά», λέει χαμογελώντας. Σήμερα, βλέποντάς τον να συνεχίζει αυτή την παράδοση μέσα από τα 3 Γουρουνάκια, νιώθει βαθιά περηφάνια και συγκίνηση.«Στο χωριό χαίρονται. Με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε: μπράβο τον Δήμο».
Για εκείνη, αυτό που θα συμβεί αύριο είναι ένας τρόπος να παραμείνουν ζωντανά όσα παρέλαβαν από τις προηγούμενες γενιές.
«Να κρατήσουν τις παραδόσεις αναλλοίωτες. Είναι ό,τι καλύτερο. Τα πλούτη θα τα βρουν. Αλλά τις παραδόσεις πρέπει να τις μεταδώσουν και στα παιδιά τους.»
Και ίσως τελικά αυτό να είναι που θα σιγοβράζει αύριο περισσότερο κι από τον τανωμένο σορβά έξω από τα 3 Γουρουνάκια. Είναι η ίδια η ανάγκη ενός λαού να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του, ακόμη και μέσα από μια κατσαρόλα που αχνίζει στον δρόμο.
KEEP READING
-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΟΣ CHEF ANDONI LUIS ADURIZ ΤΟΥ MUGARITZ;
Ο Andoni Luis Aduriz, βραβευμένος με 2 αστέρια Michelin και με το εστιατόριό του ανάμεσα στα 10 καλύτερα του κόσμου για 14 συνεχόμενες ...
17 Μαρτίου -
WHO IS THE VISIONARY AND INFLUENTIAL CHEF ANDONI LUIS ADURIZ OF MUGARITZ?
Andoni Luis Aduriz, awarded 2 Michelin stars and whose restaurant has been among the world's 10 best for 14 consecutive years, is one of the...
17 Μαρτίου -
ΠΩΣ Ο ΓΛΥΚΑΝΙΣΟΣ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ ΤΗ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΣΤΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΤΟ ΠΙΑΤΟ
Το φεστιβάλ Θεσσαλονίκη στο Πιάτο by UNESCO ανέδειξε τις γαστρονομικές ιστορίες της πόλης, και ανάμεσά τους, ο Γλυκάνισος στην Πυλαία ...
04 Μαρτίου
